Συνέντευξη του μήνα: Αύγουστος 2025

Λεμονιά Χυδίρογλου

Σχολική Κοινωνική Λειτουργός

Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για εσένα και τη ζωή σου;

Είμαι η Λεμονιά Χυδίρογλου. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω στην Έδεσσα μια πόλη που έχει πάντα τον ήχο του νερού στο φόντο, σαν μια ήσυχη υπενθύμιση πως όλα ρέουν και μεταβάλλονται. Είμαι μητέρα δύο υπέροχων αγοριών και σύντροφος ενός ανθρώπου που με κάνει να πιστεύω πως η συντροφικότητα δεν χρειάζεται μεγαλόστομες δηλώσεις, αλλά φαίνεται στις μικρές, καθημερινές πράξεις. Στην καθημερινότητά μου κινούμαι ανάμεσα στις αίθουσες ενός σχολείου, καθώς εργάζομαι ως Σχολική Κοινωνική Λειτουργός, αλλά και ανάμεσα σε πάρκα, παραμύθια και παιχνίδια.

Είμαι απόφοιτη του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης με κατεύθυνση Κοινωνική Εργασία του Δ.Π.Θ., και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων: στη «Διοίκηση Μονάδων Υγείας» από το ΑΠΚΥ και στη «Δίγλωσση Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση» από το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Παράλληλα, έχω εκπαιδευτεί στην Αφηγηματική Ψυχοθεραπεία και Κοινοτική Πρακτική από το Ινστιτούτο Αφηγηματικής Ψυχοθεραπείας.

Η επαγγελματική μου εμπειρία ως κοινωνική λειτουργός είναι ευρεία και προέρχεται μέσα από διαφορετικά πλαίσια. Τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζομαι στον χώρο της εκπαίδευσης ως Κοινωνική Λειτουργός. Παράλληλα, γράφω τη διδακτορική μου διατριβή στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του Δ.Π.Θ., με αντικείμενο τις αφηγήσεις ζωής γονέων αυτιστικών παιδιών. Η μελέτη μου, η οποία υποστηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, εντάσσεται θεωρητικά στο πεδίο της Εποικοδομητικής Κοινωνικής Εργασίας, εμπνευσμένη από τις μεταμοντέρνες και κονστρουξιονιστικές θεωρήσεις και, φυσικά, την αφηγηματική προσέγγιση. Αυτή η θεωρητική βάση ίσως εξηγεί και την αγάπη μου για τις λέξεις: δεν είναι ποτέ «ουδέτερες». Μπορούν να γίνουν εργαλεία σχέσης, τρόποι να βλέπεις τον κόσμο αλλιώς, μέσα από νέες δυνατότητες, νέες οπτικές, νέες εκδοχές ζωής.

Αγαπώ τη λογοτεχνία και την ποίηση, όχι γιατί πάντα τις καταλαβαίνω, αλλά γιατί κάποιες λέξεις πέφτουν μέσα μου σαν σταγόνες και απαλύνουν ό,τι δεν μπορώ αλλιώς να πω. Μου αρέσουν τα ταξίδια, είτε κοντινά είτε μακρινά, και επιδιώκω να περνώ όσο περισσότερο χρόνο μπορώ με την οικογένειά μου.

Μέσα σε όλα αυτά, την οικογένεια, τη δουλειά,, τις λέξεις, τις εικόνες, προσπαθώ να μένω παρούσα. Όχι ως μια ολοκληρωμένη ιστορία, αλλά ως μια ιστορία που ακόμη γράφεται, με αλήθεια, τρυφερότητα και συντροφικότητα.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον τομέα της ψυχικής υγείας;

Δεν μπορώ να εντοπίσω μία και μοναδική στιγμή που να πυροδότησε αυτή την απόφαση. Ήταν μάλλον μια αλληλουχία, σαν μικρές ψηφίδες που έμπαιναν σιωπηλά στη θέση τους. Συναντήσεις, εικόνες, ερωτήματα, που με τράβηξαν σιγά σιγά προς έναν δρόμο που τότε δεν είχε ακόμα όνομα, αλλά είχε ξεκάθαρο προσανατολισμό. Όσο μεγάλωνα, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτό που με μαγνήτιζε πάντα ήταν οι ιστορίες των ανθρώπων. Οι ιστορίες που κρύβονταν πίσω από τα βλέμματα, από τις αντιδράσεις, από τις σιωπές. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να διαλέξω επαγγελματική κατεύθυνση, η Κοινωνική Εργασία φάνηκε όχι απλώς μια επιλογή, αλλά μια προέκταση αυτής της εσωτερικής μου ανάγκης: να καταλάβω πώς το άτομο συναντά την κοινωνία και πώς συχνά συγκρούεται μαζί της.

Κάπου εκεί, σαν να άνοιξε μια ακόμη πόρτα, γνώρισα την αφηγηματική προσέγγιση. Όχι απλώς ως εργαλείο, αλλά ως έναν ολόκληρο τρόπο να βλέπεις τον άνθρωπο και τον κόσμο. Εκεί κατάλαβα πως δεν είμαστε απλώς ερωτήματα που ζητούν σωστές απαντήσεις, ούτε ιστορικά προβλημάτων που περιμένουν διόρθωση. Είμαστε ιστορίες, και όταν κάποιος μας δώσει χώρο να τις αφηγηθούμε, κάτι μέσα μας μετακινείται. Κάτι ανασυντίθεται. Σαν να μας επιστρέφεται ένα κομμάτι του εαυτού μας που είχε μείνει κάπου πίσω.  

Με αυτό το βλέμμα άρχισα να ξανακοιτάζω και τη σχολική κοινότητα, τον χώρο όπου τελικά επέλεξα να σταθώ. Εκεί, η ψυχική υγεία δεν είναι ένας ξεχωριστός τομέας. Είναι το υπόβαθρο όλων: το πώς μιλάμε, πώς συνδεόμαστε, πώς χωράμε ή δεν χωράμε σε έναν κοινό χώρο που αποτελεί τη μικρογραφία της κοινωνίας. Και είναι μέσα σε αυτή την καθημερινότητα που βρίσκω το δικό μου νόημα. Δεν ήταν μια απόφαση στιγμής, αλλά ένα περπάτημα που, χωρίς να το καταλάβω, με έφερε εδώ. Κι αυτός ο χώρος με καλωσόρισε. Και τώρα, κάθε μέρα, τον ξαναεπιλέγω.

Πότε και πώς ξεκινάει η ιστορία της επαφής σου με την αφηγηματική θεραπεία;

Το ενδιαφέρον μου για την αφηγηματική θεραπεία ξεκίνησε δειλά κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου, όταν στην τελική μου εργασία ασχολήθηκα με τις ιστορίες ζωής μητέρων αυτιστικών παιδιών. Εκείνη την περίοδο ήμουν ακόμη αρκετά προσανατολισμένη στη «στενά» ιατρική προσέγγιση του αυτισμού, εστίαζα κυρίως στη διάγνωση, στα συμπτώματα, στη «δυσκολία», όπως περιγράφεται από το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας. Κάτι όμως μέσα μου δεν ένιωθε άνετα σε αυτό το πλαίσιο, ήταν σαν να πίεζα τις αφηγήσεις των γονιών να χωρέσουν σε προδιαμορφωμένα καλούπια. Πάντα πίστευα στις δυνάμεις των ανθρώπων, και πάντα με ζόριζαν οι ταμπέλες. Ένιωθα την ανάγκη να αναζητήσω εναλλακτικές, δεν ήξερα τότε πώς να το πω.

Και τότε, σχεδόν τυχαία, ή ίσως καθόλου τυχαία, ήρθε στον δρόμο μου η αφηγηματική προσέγγιση. Ήρθα σε επαφή με τον Αδάμ Χαρβάτη, υπεύθυνο του Ινστιτούτου Αφηγηματικής Θεραπείας, και μέσα από τις συζητήσεις μας άρχισα να νιώθω πως εδώ υπάρχει κάτι που συνδέεται βαθιά με αυτό που πάντα με συγκινούσε: το πώς φτιάχνουμε νόημα μέσα από τις ιστορίες μας, το πώς μπορούμε να επανεγγράψουμε την ταυτότητά μας όταν νιώθουμε εγκλωβισμένοι σε αφηγήσεις που δεν μας χωρούν.

Όταν ξεκίνησα την εκπαίδευσή μου στην αφηγηματική θεραπεία, με τράβηξαν αμέσως οι κοινωνικο-κονστρουξιονιστικές ιδέες. Ένιωσα ότι απομακρύνονταν από τη λογική της ατομικής ευθύνης για τα πάντα και άνοιγαν χώρο για την κατανόηση των δυσκολιών μέσα από τα κοινωνικά, πολιτισμικά και σχέσιακά τους συμφραζόμενα. Η αφηγηματική θεραπεία δεν έγινε απλώς μια μέθοδος για μένα, αλλά μια στάση ζωής. Μια ματιά πιο ευαίσθητη, πολυφωνική και απελευθερωτική. Μια διαρκής υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι το πρόβλημά του όπως είπε και ο M. White, είναι πολύ περισσότερα. Μια ζωή πολυϊστορημένη, σε εξελιξη.

Τι αγαπάς στην αφηγηματική θεραπεία;

Αυτό που αγαπώ στην αφηγηματική θεραπεία είναι ότι μου θυμίζει, ξανά και ξανά, πως οι άνθρωποι είναι πολύ περισσότερα από τις περιγραφές που τους έχουν αποδοθεί. Μου αρέσει να τη σκέφτομαι σαν ένα είδος «ξεσκονίσματος», σαν να καθαρίζεις προσεκτικά τις επιφάνειες μιας παλιάς ιστορίας, και σιγά σιγά να αποκαλύπτεται από κάτω κάτι πολύτιμο που είχε ξεχαστεί: μια αξία, μια μικρή πράξη γενναιότητας, φροντίδας ή αντίστασης που είχε περάσει απαρατήρητη.

Αγαπώ ότι η αφηγηματική θεραπεία δεν βιάζεται. Δεν έρχεται να «επιδιορθώσει», αλλά να σταθεί. Να ακούσει στ’ αλήθεια. Και μέσα από αυτή τη βαθιά αυθεντική ακρόαση, να ανοίξει χώρο για νοήματα που είχαν αποκλειστεί, για ιστορίες που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ειπωθούν δυνατά. Κάποιες φορές, φεύγω από μια συνάντηση με την αίσθηση ότι κάτι ιερό μόλις συνέβη. Όχι γιατί εγώ «έκανα» κάτι θεραπευτικό, αλλά γιατί ένας άνθρωπος τόλμησε να ξαναδεί τη ζωή του με άλλα μάτια. Και αυτό, κάθε φορά, με συγκινεί βαθιά. Ίσως αυτό αγαπώ πιο πολύ: ότι δεν σταματά ποτέ να με εκπλήσσει. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί, να ξαναειπωθεί, να ξαναγεννηθεί μέσα σε μια συνάντηση, μέσα σε μια ιστορία.

Και αγαπώ επίσης πως η αφηγηματική μπορεί να συμβεί σε μια αυλή, σ’ ένα διάλειμμα, σε μια σύσκεψη, στον δρόμο, έξω από την τάξη, σε ένα πρόχειρο «καλημέρα» που κουβαλάει πίσω του μια ολόκληρη ιστορία. Στο σχολείο, όπου οι στιγμές είναι γρήγορες, οι κουβέντες αποσπασματικές και οι ματιές γεμάτες ερωτήματα, η αφηγηματική στάση λειτουργεί σαν αντίσταση στην ταχύτητα. Μπορεί να φανερωθεί στον τρόπο που ακούμε έναν μαθητή, στον τρόπο που απαντάμε σε έναν γονιό, στον τρόπο που στεκόμαστε δίπλα σε έναν συνάδελφο.

Και δεν περιορίζεται μόνο στο σχολικό ή επαγγελματικό πλαίσιο. Η αφηγηματική προσέγγιση μπορεί να διαποτίσει την καθημερινότητα: να περάσει στη ματιά μας, στον τόνο της φωνής μας, στον τρόπο που στεκόμαστε στη ζωή. Είναι τρόπος να είσαι, τρόπος να τιμάς τις ιστορίες των ανθρώπων με ευγένεια και σεβασμό. Αυτή η στάση άρχισε να αλλάζει κι εμένα. Δεν ήταν απλώς ένα επαγγελματικό εργαλείο, έγινε τρόπος να υπάρχω στον κόσμο, να σχετίζομαι με τους άλλους και με τον εαυτό μου. Άλλαξε την κοσμοθεωρία μου. Και μέσα από αυτή την αλλαγή, άρχισα να μου αρέσω πιο πολύ. Όχι γιατί έγινα κάποια άλλη, αλλά γιατί άρχισα να αναγνωρίζω, με περισσότερη κατανόηση, αυτό που ήδη ήμουν.

Και πέρα από αυτή τη βαθιά, εσωτερική μετατόπιση, υπάρχει και κάτι ακόμη: οι ίδιες οι συναντήσεις. Οι συνομιλίες με ανθρώπους που μου εμπιστεύονται τις ιστορίες τους. Όπως είχε πει και ο Michael White, «έχουμε την υποχρέωση να αναγνωρίζουμε πώς οι συζητήσεις μας με όσους μας συμβουλεύονται αλλάζουν και τις δικές μας ζωές». Το νιώθω βαθιά αυτό. Κάθε φορά. Κάθε ιστορία που ξεδιπλώνεται μπροστά μου, κάθε ματιά που φωτίζεται αλλιώς, κάθε στιγμή που κάποιος ξαναβρίσκει ένα κομμάτι του εαυτού του, αφήνει μέσα μου ένα ίχνος. Έναν ψίθυρο. Ένα «κάτι» που με μετακινεί. Που μου θυμίζει πόσο εύθραυστη και ταυτόχρονα πόσο γενναία είναι η ανθρώπινη εμπειρία.

Θα ήθελες να μοιραστείς κάποια παραδείγματα καλών πρακτικών της αφηγηματικής θεραπείας που εφαρμόζεις στη δουλειά σου;

Για μένα, η αφηγηματική προσέγγιση και η κοινωνική εργασία στο σχολείο είναι σαν δύο νήματα που πλέκονται σιωπηλά μεταξύ τους, για να υφάνουν μια πιο ανθρώπινη, πιο δίκαιη και πιο φροντιστική σχολική κουλτούρα. Η κοινωνική εργασία στην εκπαίδευση δεν περιορίζεται στη διαχείριση κρίσεων ή στη διαμεσολάβηση συγκρούσεων. Είναι, για μένα, η τέχνη του να κοιτάς αλλιώς. Να βλέπεις πίσω από τις συμπεριφορές, να ακούς όσα δεν ειπώθηκαν, να αναρωτιέσαι τι ζητά φροντίδα εκεί όπου συνήθως τοποθετείται μια ταμπέλα. Είναι ένας διαρκής χώρος αντίστασης: απέναντι στη βιασύνη της ερμηνείας, στην κανονιστική γλώσσα που συρρικνώνει το παιδί σε «σύμπτωμα» ή «περιστατικό», στην κυρίαρχη αφήγηση ότι όλα εξηγούνται ατομικά. Είναι μια προσπάθεια αποδόμησης των μονοδιάστατων αφηγήσεων, εκείνων που λένε «είναι επιθετικός», «δεν συμμορφώνεται», «δεν έχει όρια». Και, παράλληλα, μια πρόσκληση να δούμε αλλιώς: να αναγνωρίσουμε το παιδί ως φορέα ιστοριών, όχι προβλημάτων, ως φορέα σχέσεων, όχι ελλειμμάτων, ως έναν άνθρωπο που ζει, αναπνέει και παλεύει μέσα σε ένα κοινωνικό, πολιτισμικό και εκπαιδευτικό σύστημα που δεν φέρεται πάντα δίκαια.

Εργαλεία όπως η εξωτερίκευση του προβλήματος, οι μοναδικές εκβάσεις, τα συλλογικά έγγραφα, το «δέντρο της ζωής» ή η «ζωή ως ταξίδι» είναι τρόποι να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους, να τους βοηθήσουμε να ξαναδούν τη θέση τους μέσα στο σύστημα και να επαναδιεκδικήσουν την ιστορία τους. Βέβαια, αυτές είναι μόνο κάποιες ενδεικτικές πρακτικές. Η δουλειά είναι πάντα ζωντανή, εξελισσόμενη, διαλογική. Προσαρμόζεται στις ανάγκες του πλαισίου και των ανθρώπων που τη συναντούν. Δεν πρόκειται για ένα «σετ τεχνικών», αλλά για μια στάση απέναντι στη ζωή, στη φωνή και στις δυνατότητες κάθε ανθρώπου.

Συχνά, μαζί με μαθητές,  γονείς, εκπαιδευτικούς «ξαναγράφουμε» ιστορίες: δεν στεκόμαστε μόνο σε ό,τι δεν πήγε καλά, αλλά φωτίζουμε τις στιγμές που υπήρξε φροντίδα, επιμονή, γενναιότητα. Άλλες φορές, σχεδιάζουμε παρεμβάσεις που αντλούν από την αφηγηματική προσέγγιση και εστιάζουν στις εμπειρίες «διαφορετικότητας» που συχνά περιθωριοποιούνται στη σχολική καθημερινότητα.  Μαζί τους, συνδημιουργούμε χάρτες ζωής, αφίσες, συλλογικά μηνύματα, μικρές γιορτές ορατότητας. Ενισχύουμε την αφήγηση πως όλοι και όλες και όλα ανήκουν.  Και μέσα από αυτές τις διαδρομές, κάτι αρχίζει να αλλάζει: η σχολική κουλτούρα μετασχηματίζεται. Από τόπος συμμόρφωσης, γίνεται τόπος σχέσης. Από πλαίσιο αξιολόγησης, γίνεται πεδίο συνύπαρξης. Από χώρος πειθαρχίας, γίνεται πεδίο αυθεντικής παρουσίας.

Υπάρχουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ή θέματα στα οποία προτιμάς να επικεντρώνεσαι στην πρακτική σου ως θεραπεύτρια;

Με ελκύουν οι ιστορίες που δεν ανήκαν ποτέ στην «πλειοψηφία». Οι ζωές που μάθανε να ζητάνε «λίγο χώρο», ενώ στην πραγματικότητα τους αναλογεί πολύ περισσότερος. Με ενδιαφέρουν οι ζωές παιδιών και ενηλίκων που φέρουν ταυτότητες έξω από το δίπολο και το αναμενόμενο, παιδιά που νιώθουν πως το φύλο τους δεν είναι αυτό που όλοι βλέπουν, έφηβοι που αυτοπροσδιορίζονται έξω από τη συμβατική ετεροκανονικότητα, νευροδιαφορετικά παιδιά που τους έχουν πει ότι «δεν συνεργάζονται», ενώ στην πραγματικότητα, απλώς, το σύστημα δεν έμαθε ποτέ να τα ακούει.

Η νευροδιαφορετικότητα, για παράδειγμα, δεν με αφορά ως «δυσκολία προς διόρθωση», αλλά ως ένας άλλος τρόπος να υπάρχεις, να σκέφτεσαι, να σχετίζεσαι. Κι εκεί, αντί να ρωτάμε: «Πώς θα ταιριάξει το παιδί στο σύστημα;», ανοίγουμε χώρο για πιο ριζικές, πιο γενναίες ερωτήσεις, όπως: «Ποιες αφηγήσεις για τη «φυσιολογικότητα» υπηρετεί το ίδιο το σύστημα;» «Ποια κανονικότητα διασώζει όταν αποκλείει εκείνους που δεν τη χωρούν;». Αντί να ρωτήσουμε «πώς θα ταιριάξει το παιδί στο σύστημα», ας ρωτήσουμε «πώς μπορεί το σύστημα να ακούσει το παιδί;».

Με ενδιαφέρει επίσης η εργασία με ανθρώπους που έχουν βιώσει κακοποίηση,  σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, θεσμική. Άνθρωποι στους οποίους ειπώθηκε να μη μιλούν, να ξεχάσουν, να συνεχίσουν «σαν να μη συνέβη τίποτα». Εκεί, η αφηγηματική δουλειά δεν είναι απλώς θεραπευτική, είναι πράξη αποκατάστασης φωνής, επαναδιεκδίκησης του νοήματος. Και με ενδιαφέρουν βαθιά και οι λιγότερο εμφανείς, αλλά καθημερινές μορφές αόρατης βίας: τα παιδιά που αποκαλούνται «υπερευαίσθητα» επειδή νιώθουν πολύ, τα σώματα που δεν συμμορφώνονται με τα κυρίαρχα πρότυπα, οι μαθητές που «δεν συνεργάζονται» από ανάγκη να διατηρήσουν κάτι δικό τους μέσα σε ένα πλαίσιο που δεν τους βλέπει.

Πιστεύω ότι κάθε φορά που ένας άνθρωπος νιώθει ότι μπορεί να πει «είμαι αυτό/ή/ό» χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί, κάτι μετακινείται. Όχι μόνο μέσα του, αλλά και γύρω του. Στο περιβάλλον που τον ακούει, στη σχέση που τον περιβάλλει, στο σχολείο, στην κοινότητα. Και αυτή είναι για μένα η πιο ουσιαστική πράξη φροντίδας: να δημιουργείς χώρο όπου οι ζωές των ανθρώπων μπορούν να υπάρξουν χωρίς να μικραίνουν για να χωρέσουν.

Υπήρξε κάποια δυνατή στιγμή στη δουλειά σου που δε θα την ξεχάσεις ποτέ και η οποία σε εμπνέει μέχρι και σήμερα να συνεχίζεις;

Ήταν ένα μεσημέρι, λίγο πριν το σχόλασμα. Η τάξη ήταν αναστατωμένη,  ένα παιδί είχε ξεσπάσει: φώναζε, έκλαιγε, έσπρωξε μακριά την καρέκλα του. Οι εκπαιδευτικοί ανησύχησαν και με κάλεσαν, «για να το ηρεμήσω».  Πλησίασα ήσυχα, γονάτισα στο ύψος του και του είπα: «Θες να πάμε να καθίσουμε κάπου ήσυχα και να μη μιλήσουμε καθόλου;» Έγνεψε «ναι». Καθίσαμε σε ένα άδειο γραφείο. Δύο καρέκλες. Τίποτα άλλο. Ούτε παιχνίδια, ούτε τετράδια. Πέντε λεπτά σιωπής. Και τότε, χωρίς να με κοιτάζει, μου είπε σιγανά, σαν να άφηνε ένα βάρος μπροστά του: «Όταν έρχεται εκείνος στο σπίτι, δεν μπορώ να κοιμηθώ». Δεν τον ρώτησα τίποτα. Δεν κατέγραψα. Δεν εξήγησα. Του είπα μόνο: «Αυτό που μου είπες είναι σημαντικό. Και το πιστεύω.» Έγνεψε απαλά. Και ύστερα, αθόρυβα, άπλωσε το χέρι του στο τραπέζι, σαν να δοκίμαζε αν είναι ασφαλές να μείνει. Αυτή η στιγμή δεν θα φύγει ποτέ από μέσα μου. Όχι επειδή ήταν δύσκολη, αλλά επειδή ήταν αληθινή. Καθαρή από τεχνικές, από βιασύνη, από ερωτήσεις. Ήταν μια στιγμή που προηγήθηκε της παρέμβασης. Η φράση του παιδιού με κινητοποίησε αμέσως, όπως οφείλει να συμβαίνει. Αλλά η αφετηρία ήταν εκείνη η στιγμή.  Από τότε ξέρω: Πριν από την πράξη, υπάρχει η στάση. Και πριν από κάθε βήμα, η σχέση. Δεν μετράνε πάντα αυτά που λέγονται. Μετράει πώς στέκεσαι, όταν κάποιος διακινδυνεύει να σε εμπιστευτεί.

Αυτό συνεχίζει να με κρατά. Και αυτό, για μένα, είναι αρκετό.

Υπάρχουν ψυχοθεραπευτές ή άλλοι επαγγελματίες που μέσω της δουλειάς τους και της ζωής τους σε έχουν εμπνεύσει ως άνθρωπο και ως θεραπεύτρια;

Ο Michael White με συγκίνησε βαθιά, όχι μόνο για τις ιδέες του, αλλά για τη σεμνότητά του και την πίστη του στους ανθρώπους. Από εκείνον έμαθα ότι η θεραπεία δεν είναι διόρθωση, αλλά σχέση, και ότι ακόμα και η πιο παραγνωρισμένη ιστορία μπορεί να είναι πράξη αντίστασης. Ο David Denborough με δίδαξε πως η θεραπεία μπορεί να είναι πράξη κοινωνικής ποίησης, ότι οι λέξεις δεν είναι απλώς εργαλεία, αλλά γέφυρες, μνήμες και φροντίδα. Η Poh Lin Lee με βοήθησε να κατανοήσω τι σημαίνει να παραμένεις με παρουσία σε συνθήκες αστάθειας. Από εκείνη έμαθα πως ακόμη και μέσα στο τραύμα, η αφήγηση μπορεί να γίνει καταφύγιο, σχέση, πράξη αξιοπρέπειας. Ο Michel Foucault αποτέλεσε για μένα μια σημαντική θεωρητική επιρροή. Μέσα από τη σκέψη του έμαθα να αμφισβητώ το «αυτονόητο», να βλέπω πώς δομούνται οι ταυτότητες, τι ιστορίες εξορίζονται ως «παρέκκλιση», και πώς η εξουσία δεν είναι πάντα ορατή, αλλά διαχέεται στους τρόπους που μιλάμε, αξιολογούμε, κατηγοριοποιούμε. Η επιρροή του δεν με έκανε απλώς να σκέφτομαι διαφορετικά, με βοήθησε να κοιτάζω διαφορετικά: με μεγαλύτερη εγρήγορση, με αμφιβολία όπου όλοι δείχνουν βεβαιότητα, με περιέργεια εκεί που υπάρχει σιωπή.

Ο Αδάμ Χαρβάτης ήταν ο πρώτος που με μύησε στην αφηγηματική προσέγγιση. Με ενέπνευσε μέσα από τον τρόπο που «προστατεύει» τις αφηγηματικές ιδέες, με καθαρότητα και χωρίς στόμφο. Η Κασσάνδρα Πήτερσεν, μου έδειξε πώς να συνδέω την πρακτική με τις πολιτικές και τις ηθικές της ρίζες. Η δουλειά μου επηρεάζεται βαθιά από τις φεμινιστικές, διαθεματικές και αντι-καταπιεστικές προσεγγίσεις, που βλέπουν την ψυχοθεραπεία και τη δικαιοσύνη όχι ως ξεχωριστά μονοπάτια, αλλά ως αλληλένδετους δρόμους. Αυτές οι ιδέες με κρατούν υπόλογη: στο πώς ασκώ τη φροντίδα, στο πώς ακούω, στο πώς κατοικώ στον ρόλο μου. Επίσης, με έχει συγκλονίσει το έργο της Chimamanda Ngozi Adichie γύρω από τον κίνδυνο της «μονοσήμαντης ιστορίας». Μέσα από τα γραπτά και τον λόγο της, έμαθα να αναζητώ και να τιμώ τις αποσιωπημένες ταυτότητες, όχι μόνο στη δουλειά, αλλά και μέσα μου.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο, πολύ σημαντικοί υπήρξαν και οι άνθρωποι που διανύσαμε μαζί τη διαδρομή της εκπαίδευσης στην αφηγηματική πρακτική, όπως και οι συνάδελφοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε στο πλαίσιο της Ελληνικής Εταιρείας Αφηγηματικής Θεραπείας. Κάθε συνάντηση μαζί τους είναι και μια νέα ερώτηση, μια ανατροφοδότηση, μια υπενθύμιση ότι η εξέλιξη δεν είναι ποτέ ατομική υπόθεση, αλλά συλλογική πορεία, μέσα στη σχέση.

Βαθιά επιρροή στη διαδρομή μου, αλλά και συνεχής έμπνευση, είναι οι άνθρωποί μου: ο σύζυγός μου και τα παιδιά μου. Είναι το καθημερινό μου έδαφος και η υπενθύμιση ότι, ακόμα κι όταν όλα γύρω κινούνται γρήγορα, υπάρχει πάντα χώρος για ρίζες, χιούμορ, τρυφερότητα και νόημα. Οι φίλοι μου, που στέκονται δίπλα μου με τρόπο που με κρατάει αυθεντική, οι καθηγητές μου στην Κοινωνική Εργασία, που μου έδειξαν ότι η ακαδημαϊκή σκέψη μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτική και τρυφερή, και οι συνάδελφοί μου, που μέσα από τις συμφωνίες, τις διαφωνίες και τις κοινές αγωνίες, με βοηθούν να βλέπω τη δουλειά μας ως σχέση, ευθύνη και συνεχή μάθηση. Και υπάρχει και μια άλλη επιρροή, σιωπηλή αλλά θεμελιακή: οι άνθρωποι που με μεγάλωσαν οι γονείς, οι θείες μου, με φροντίδα σταθερή, απλή, αθόρυβη. Μου έμαθαν ότι η φροντίδα είναι πράξη γνώσης και παρουσίας. Ήταν για μένα μια άτυπη σχολή ηθικής όχι θεωρητική, αλλά έμπρακτη: με τα χέρια, με τη μαγειρική, με την επιμονή, με τη σιωπηλή πίστη ότι η αγάπη φαίνεται στις πράξεις. Όλοι αυτοί που ανέφερα δεν είναι «θεραπευτές» με την επίσημη έννοια, αν και κάποιοι φίλοι μου είναι, αλλά από αυτούς έμαθα τι σημαίνει φροντίδα που δεν εξηγείται, απλώς δίνεται. Και αυτός ο τρόπος φροντίδας, αθόρυβος και παρών, είναι, για μένα, ο πρώτος και πιο συχνά παραγνωρισμένος τρόπος θεραπείας.

Αν δεν είχες ασχοληθεί με την ψυχική υγεία, τότε πιθανότατα τι θα σε βρίσκαμε να κάνεις επαγγελματικά;

Αν δεν είχα γίνει κοινωνική λειτουργός πιθανότατα θα με βρίσκατε να κάθομαι πίσω από ένα ξύλινο γραφείο, μέσα σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, να καταγράφω ιστορίες ανθρώπων που δεν γράφτηκαν ποτέ. Ή να διορθώνω χειρόγραφα αγνώστων, πίνοντας κρύο καφέ μέσα στον χειμώνα. Ίσως να ήμουν ερευνήτρια ανθρώπινων συμπεριφορών σε σταθμούς τρένων. Ή να δούλευα σε κάποιο ταμείο θεάτρου, μόνο και μόνο για να βλέπω ποιοι κάθονται πάντα στην τελευταία σειρά. Μπορεί και να χαρτογραφούσα ιστορίες τοίχων, κάτι που, στην πραγματικότητα, μ’ αρέσει και κάνω ήδη. Ίσως να έγραφα παραμύθια και διηγήματα που δεν θα γίνονταν ποτέ διάσημα, αλλά θα είχαν σταθερό κοινό δύο φίλους, έναν γείτονα και μια παλιά δασκάλα μου που με πιστεύει ακόμα.  Η αλήθεια είναι πως έχω πολλές «παράλληλες καριέρες» μέσα μου. Όπως και να ’χει, νομίζω πως θα κατέληγα κάπου που οι λέξεις, οι άνθρωποι και οι σιωπές συναντιούνται. Ακόμη κι αν δεν λεγόταν ψυχική υγεία, κοινωνική εργασία, θα είχε μέσα της το ίδιο πάθος: για τα νοήματα, για τη φροντίδα, για την αφήγηση και για την αντι-αφήγηση. Άρα, μάλλον δεν είναι τυχαίο που βρέθηκα εδώ.

Τέλος, θα ήθελες να μοιραστείς κάποια ιδέα ή κάποιο σκοπό που δίνει ξεχωριστό νόημα στην καθημερινότητά σου;

Μου δίνει νόημα η φράση του Χρόνη Μίσσιου: «Δεν άλλαξα το σύστημα, αλλά δεν θα με αλλάξει ούτε αυτό». Για μένα, αυτό δεν είναι απλώς μια προσωπική δήλωση, είναι μια αντιαφήγηση, μια πράξη αντίστασης που διασώζει τον εαυτό από το να πνιγεί σε ξένες ερμηνείες. Σε έναν κόσμο που σε σπρώχνει να διαλέξεις ανάμεσα σε ελάχιστες, προβλέψιμες εκδοχές του εαυτού, το να κρατάς την πολυπλοκότητά σου, την ενσυναίσθηση, την αμφιβολία, τη φροντίδα γίνεται πράξη ελευθερίας.  Αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, μπορείς να αλλάξεις αφήγηση. Να αποδομήσεις τις ιστορίες που μικραίνουν τους ανθρώπους. Να κάνεις χώρο για αφηγήσεις που ξεφεύγουν από το κυρίαρχο, για αντιαφηγήσεις που επιστρέφουν τη φωνή σε εκείνους που τη στερήθηκαν. Γιατί η αφήγηση αλλάζει όταν την πεις σε κάποιον που ξέρει να ακούει αλλιώς.

Κάποιος είχε πει: «Οι κοινωνικοί λειτουργοί βλέπουν το αόρατο, ακούν το ανείπωτο και παλεύουν για τους ξεχασμένους». Αυτό προσπαθώ να θυμάμαι κάθε μέρα. Ότι ακόμη κι αν δεν μπορώ να κάνω τα πάντα, μπορώ να σταθώ. Να ακούσω αλλιώς. Να μείνω δίπλα. Και στο τέλος της μέρας, όταν όλα μοιάζουν βαριά, μένει μια αθόρυβη αλλά σταθερή πίστη ότι: «το αύριο είναι μια άλλη μέρα». Μια ευκαιρία να ξαναδούμε, να ξανακούσουμε, να ξαναπροσπαθήσουμε. Να κρατήσουμε τη φροντίδα ζωντανή. Και τη ζωή, όσο γίνεται, συνοδευμένη.

Λεμονιά Χυδίρογλου

Σχολική Κοινωνική Λειτουργός

Στοιχεία Επικοινωνίας

Σχολιάστε