Συνέντευξη του μήνα: Ιούνιος 2025
Ελένη Σταύρου
Ψυχολόγος

Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για εσένα και τη ζωή σου;
Είμαι η Ελένη Σταύρου, ψυχολόγος. Η επαγγελματική μου εμπειρία έχει διαμορφωθεί μέσα σε ποικίλα πλαίσια, όπως δομές παιδικής προστασίας, ομάδες γονέων και σχολεία, καθώς και από την ιδιωτική θεραπευτική εργασία.
Σπούδασα ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ειδικεύτηκα στην κλινική ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου ασχολήθηκα με την έρευνα γύρω από τους κοινούς ψυχοθεραπευτικούς παράγοντες, ένα ενδιαφέρον που με συνοδεύει μέχρι σήμερα, ως σταθερό σημείο αναστοχασμού.
Εκπαιδεύτηκα αρχικά στη συστημική και στη συνέχεια στην αφηγηματική θεραπεία που για μένα συνδυάζει δημιουργικότητα, ελευθερία και πραγματικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Τα τελευταία χρόνια, με απασχολεί δημιουργικά η αφήγηση μέσα από την εικόνα. Οι σπουδές μου στη σκηνοθεσία στο Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ ήρθαν ως φυσική συνέχεια, μια άλλη γλώσσα που, όπως και η θεραπεία, φωτίζει ιστορίες.
Κατάγομαι από την Ήπειρο -γεννήθηκα στην Άρτα- έναν τόπο που έχω συνδυάσει με τη γείωση, τη σιωπή και την εσωτερική αντοχή των πραγμάτων.
Ζω στη Θεσσαλονίκη. Είμαι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού, μια ιδιότητα που με καλεί να σταθώ με παρουσία, ανθεκτικότητα και κατανόηση όχι ως ρόλος, αλλά ως άνθρωπος.
Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον τομέα της ψυχικής υγείας;
Ήμουν στην πέμπτη δημοτικού, όταν άρχισα να σκέφτομαι αυτή την πιθανότητα ως μακρινό όνειρο. Είχαν πέσει στα χέρια μου κάποια άρθρα ψυχολογίας σε εφηβικά περιοδικά, όπου ένιωθα πως άνοιγε ένα παράθυρο που έβλεπε πέρα από το προφανές.
Θυμάμαι να δείχνω μια παράγραφο στην αδερφή μου, κι εκείνη να μου λέει: «ναι οκ, απλώς οι διατυπώσεις είναι πιο περίπλοκες, αυτό που λέγεται είναι απλό». Μα αυτό το «απλό» ήταν κάτι φανταστικό: το να μπορεί κανείς να περιγράφει την πραγματικότητα με έναν εναλλακτικό τρόπο.
Στην Α’ Γυμνασίου, στην έκθεση με το σχετικό ερώτημα, έγραψα πως θέλω να γίνω ψυχολόγος «για να βλέπω πέρα από την επιφάνεια». Ίσως αυτή ήταν η πρώτη μου κατανόηση για το τι σημαίνει η επιστήμη της ψυχολογίας: μια προέκταση πέρα από την άμεση και συχνά πεζή- πραγματικότητα, προς κάτι πιο αληθινό.
Η πρώτη μου δουλειά, σε δομή αποασυλοποίησης, ήρθε με προσόν την ειδίκευση στην Κλινική Ψυχολογία και μια κάρτα ανεργίας. Από εκεί ξεκίνησε μια διαδρομή που χρειάστηκε επιμονή, υπομονή και χρόνο.

Πότε και πώς ξεκινάει η ιστορία της επαφής σου με την αφηγηματική θεραπεία;
Η πρώτη μου επαφή με την αφηγηματική θεραπεία έγινε κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου, μέσα από μια εργασία για τα σύγχρονα ρεύματα ψυχοθεραπείας. Εκεί γνώρισα τα ονόματα των Michael White και David Epston. Δεν μου ήταν σαφές τότε τι σημαίνει η αφηγηματική στην πράξη. Μου φαινόταν μια προσέγγιση με έμφαση στη γλώσσα, το «αλλάζουμε την ιστορία» μου έμοιαζε σαν «θετική σκέψη». Κράτησα ωστόσο τον μεταμοντέρνο προβληματισμό, την πολλαπλότητα των αφηγήσεων και την αποδόμηση των «κανονικοτήτων», αν και εκείνη την περίοδο έβρισκα ελκυστική την ψυχανάλυση.
Η συστημική εκπαίδευση στην οποία ξεκίνησα να εκπαιδεύομαι τότε μου έδωσε πολλά εφόδια και τα πρώτα βιωματικά δείγματα από έννοιες όπως η εξωτερίκευση του προβλήματος και οι εξαιρέσεις στην κυρίαρχη αφήγηση. Ήταν ένα άνοιγμα προς την ιδέα ότι τα προβλήματα δεν είναι εσωτερικά στον άνθρωπο, αλλά παράγονται μέσα σε σχέσεις και πλαίσια. Η αφηγηματική ήρθε αργότερα μέσα από την ευκαιρία που μου έδωσε ο Αδάμ Χαρβάτης να πάρω μέρος στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ήταν υπεύθυνος. Στην αρχή είχα την επιφύλαξη μήπως η θεραπεία περιορίζεται σε ένα λεκτικό, διανοητικό επίπεδο. Όμως διαπίστωσα πως οι αφηγηματική συζήτηση έχει τόσο ισχυρή δύναμη που μετατρέπεται γρήγορα σε μια συναρπαστική θεραπευτική διαδικασία γεννώντας νέες κατευθύνσεις ζωής.
Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα ήταν μήπως, μένοντας στην αφήγηση του ατόμου για το πρόβλημα, κινδυνεύουμε να περιοριστούμε σε ένα περιγραφικό υποστηρικτικό επίπεδο και επίσης μήπως αγνοήσουμε την προσωπική ευθύνη. Ωστόσο, η αποδοχή της γλώσσας του άλλου δεν σημαίνει συμφωνία, αλλά επιτρέπει να σταθούμε μέσα στην αφήγηση, ώστε να δουλέψουμε μαζί της, ακόμη και όταν περιλαμβάνει παραλείψεις ευθύνης, κανονικοποίηση της βίας ή εξουσιαστικούς λόγους. Μέσα από τη διπλή ακρόαση, την εξωτερίκευση κ.α. ανοίγουμε χώρο για σκέψη, ανάδυση ευθύνης και επανασύνδεση με αξίες που μπορεί να ανατρέψουν τον κυρίαρχο λόγο, χωρίς ταπείνωση αλλά με ακρίβεια. Για παράδειγμα ένα πρόσωπο λέει: «Το πρόβλημα είναι ότι η σύντροφός μου με προκαλεί συνέχεια, αν δεν το έκανε, δεν θα αντιδρούσα έτσι.» Ο αφηγηματικός θεραπευτής δεν συμφωνεί ούτε αγνοεί. Μπορεί να ρωτήσει:
- Αυτόν τον τρόπο που περιγράφεις τη σύντροφό σου, ποια ιδέα για τις σχέσεις τον στηρίζει;
- Ποιες συνέπειες έχει για εκείνη; Για εσένα;
- Υπάρχουν στιγμές που αντιστάθηκες σ’ αυτή την εκδοχή του εαυτού σου;
- Ποιες δικές σου αξίες ήταν παρούσες εκεί;

Τι αγαπάς στην αφηγηματική θεραπεία;
Η αφηγηματική δεν σε κοιτά σαν project προς διόρθωση. Είναι αντίσταση στον σύγχρονο ψυχολογικό νεοφιλελευθερισμό, που φορτώνει τον άνθρωπο με το καθήκον να είναι «ευτυχισμένος», «παραγωγικός», να φροντίζει «σωστά» τον εαυτό του και τις ανάγκες του, κάνοντας τον άλλο άνθρωπο περιττό και αγνοώντας τις κοινωνικές, ταξικές, πολιτισμικές πραγματικότητες. Δεν προσθέτει άλλο ένα «πρέπει», δεν απομονώνει τον πόνο από το πλαίσιο, δεν σε καθιστά υπεύθυνο για όλα. Αντίθετα, σου δίνει χώρο να δεις πώς στάθηκες, ποιες αξίες υπερασπίστηκες και σε καλεί να θυμηθείς τη δύναμη της σχέσης, της ιστορίας, της φροντίδας.
Είναι απελευθερωτική και για τον θεραπευτή καθώς δεν χρειάζεται να κρατά έναν αποστασιοποιημένο ρόλο ειδικού. Αντίθετα, ο θεραπευτής καλείται να συμμετέχει με απόλυτη διαφάνεια, παρουσία, περιέργεια και ευθύνη. Παίρνει θέση μέσα από τον τρόπο που ρωτά, που βλέπει και συνοδεύει. Σου επιτρέπει να είσαι επαγγελματίας χωρίς να πάψεις να είσαι άνθρωπος. Όπως άκουσα να λέει ο Gene Combs, «να είμαστε άνθρωποι με τους ανθρώπους». Είναι απελευθερωτική για τον θεραπευόμενο. Επαναφέρει στον άνθρωπο το δικαίωμα να μιλήσει για τον εαυτό του με τους δικούς του όρους.
Άλλες προσεγγίσεις μπορεί να εστιάζουν στο τι «λείπει» ή τι «δεν λειτουργεί» στο άτομο ή στις σχέσεις του με την ελπίδα να το διορθώσουν. Έτσι, το πρόβλημα συχνά εσωτερικεύεται ως ελάττωμα ή ρόλος. Ο θεραπευόμενος μαθαίνει να «βλέπει» προβληματικά μοτίβα, αλλά πολλές φορές δεν βιώνει την ερμηνεία ως απελευθέρωση, αλλά ως απόδειξη κάποιας εσωτερικής «δυσλειτουργίας» ή παθολογίας (π.χ. «έχω ναρκισσιστικές άμυνες», «δεν ξεπέρασα το Οιδιπόδειο»). Η κατανόηση μετατρέπεται άθελά της σε ταυτότητα: «είμαι έτσι γιατί έχω αυτό το βαθύ ελάττωμα». Η συστημική θεραπεία είναι συνεργατική, όμως ενίοτε εξισώνει τον άνθρωπο με τον ρόλο του στο σύστημα (π.χ. «είμαι ο αποδιοπομπαίος τράγος», «είμαι ο εξισορροπιστής»). Το πρόβλημα παραμένει συνδεδεμένο με την ταυτότητα του ατόμου, έστω κι αν είναι «σχέση» και όχι «τραύμα». Μπορεί επίσης να φέρνει αισθήματα ενοχής όπως: «εγώ συντηρώ αυτό το μοτίβο στη σχέση», «αν άλλαζα εγώ, θα άλλαζαν κι οι άλλοι».
Η αφηγηματική, αντί να ρωτά «Γιατί το έκανες αυτό» ή «Πώς νιώθεις γι’ αυτό το πρόβλημα», στοχεύει στις αξίες (π.χ. «Τι σου δείχνει αυτό για το τι είναι σημαντικό για σένα»), τις πράξεις αντίστασης («Πώς τα κατάφερες και δεν εγκατέλειψες αυτή την ελπίδα», τις φωτεινές στιγμές («Υπήρξε έστω και μια μικρή στιγμή που μπόρεσες να αντισταθείς στις απαιτήσεις του προβλήματος»).
Φέρνει ζεστασιά, κατανόηση και ελπίδα στον θεραπευτικό χώρο μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το πρόβλημα (χωρίς να το αγνοεί) στο τι έχει αξία για τον κάθε άνθρωπο. Είναι αισιόδοξη, ανοίγει δρόμο ακόμη και μέσα στις πιο απελπιστικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει τους τρόπους που οι δομές εξουσίας επηρεάζουν τις προσωπικές ιστορίες.

Θα ήθελες να μοιραστείς κάποια παραδείγματα καλών πρακτικών της αφηγηματικής θεραπείας που εφαρμόζεις στη δουλειά σου;
Ακόμα και όταν δουλεύω ατομικά, η αφηγηματική θεραπεία μου δίνει την δυνατότητα φέρνω τους άλλους στο δωμάτιο: αυτούς που στήριξαν, καθόρισαν ή έλειψαν. Η θεραπεία γίνεται σημείο συνάντησης, όχι μόνο αναστοχασμού και αυτό είναι πολύ ισχυρό και κάνει την διαφορά από οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ή τεχνική έχω χρησιμοποιήσει .
Η πρακτική των εξωτερικών μαρτύρων είναι για μένα από τις πιο δυνατές. Πρόκειται για μια τελετουργική διαδικασία, όπου ένας τρίτος άνθρωπος ακούει και ανταποκρίνεται σε μια αφήγηση, όχι με ερμηνείες, αλλά με αναγνώριση των εικόνων, των αξιών και της συγκίνησης που του μεταδόθηκαν. Δεν είναι σύνηθες στην ατομική θεραπεία να προσκαλείται ένας άλλος άνθρωπος, συχνά άγνωστος, που όμως μοιράζεται κάτι κοινό με την εμπειρία του θεραπευόμενου. Χρειάζεται προετοιμασία, λεπτότητα και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η παρουσία, η κοινή μοίρα και η κοινωνική επικύρωση έχουν βαθιά μεταμορφωτική δύναμη.
Μια πρακτική που θεωρώ ιδιαίτερα ουσιαστική είναι η δουλειά με το «απών αλλά υπονοούμενο», δηλαδή αυτό που δεν λέγεται ρητά, αλλά διαφαίνεται μέσα στον πόνο. Βοηθάμε το άτομο να αναγνωρίσει τι υπερασπίζεται με τον πόνο του. Πίσω από τη θλίψη ή τον θυμό, συχνά κρύβεται κάτι πολύτιμο που έλειψε: μια σχέση, μια ανάγκη, μια ελπίδα.
Επίσης, χρησιμοποιώ συχνά αυτό που ονομάζουμε χάρτη της αποτυχίας. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι έχουν αποτύχει στη ζωή, στις σχέσεις, με εαυτό τους. Πολύ συχνά, αυτό που μοιάζει αδυναμία, είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος φροντίδας, μια προσπάθεια να σωθεί κάτι πολύτιμο, ένας τρόπος να μην προδώσουν τις αξίες τους. Είναι ο τρόπος που κάποιος άντεξε, στάθηκε, συνέχισε. Όταν το δούμε έτσι, η αποτυχία δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά η αρχή μιας άλλης αφήγησης, πιο συμπονετικής, πιο δίκαιης, πιο συνδεδεμένης με τις αξίες του ανθρώπου. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να πει: «Απέτυχα γιατί δεν άντεξα τη δουλειά». Αλλά μέσα από τη συζήτηση, μπορεί να φανεί ότι: «Η δουλειά απαιτούσε να θυσιάσω την υγεία μου, τα όριά μου, τον σεβασμό. Ήταν στην πραγματικότητα μια πράξη αυτοπροστασίας.
Επίσης, η αφηγηματική θεραπεία είναι ένας δυνατός τρόπο δουλειάς για την επεξεργασία των δύσκολων καταστάσεων και του τραύματος με εστίαση στο πώς το άτομο ή οι ομάδες αντιστάθηκαν στο τραύμα, ακόμα και σιωπηλά, αναδεικνύοντας τη δύναμη, τις αξίες και τις επιλογές του, ενδυναμώνοντας της ταυτότητα.
Υπάρχουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ή θέματα στα οποία προτιμάς να επικεντρώνεσαι στην πρακτική σου ως θεραπεύτρια;
Τα παιδιά με την αλήθεια τους, η φαντασία, η αμεσότητα, ταιριάζουν πολύ με το θεραπευτικό στυλ της αφηγηματικής και έχουν η ταχύτατη βελτίωση. Μου αρέσει επίσης να δουλεύω με τους νεαρούς ενήλικες, που βρίσκονται στο μεταίχμιο, που ψάχνουν πού να σταθούν. Μαζί τους, το θεραπευτικό ταξίδι είναι ταυτόχρονα αναζήτηση ταυτότητας και ελπίδας.

Υπήρξε κάποια δυνατή στιγμή στη δουλειά σου που δε θα την ξεχάσεις ποτέ και η οποία σε εμπνέει μέχρι και σήμερα να συνεχίζεις;
Θυμάμαι μια συνάντηση σε πλαίσιο θεραπείας ζεύγους, όπου είχαμε ξεκινήσει να δουλεύουμε με τη διαδικασία της μαρτυρίας – ο ένας σύντροφος να ακούει και να αντανακλά την ιστορία του άλλου. Ξεκινήσαμε με τη γυναίκα να είναι μάρτυρας στην αφήγηση του άνδρα. Η συνάντηση έκλεισε με συγκίνηση και μια αίσθηση επαφής. Την επόμενη φορά, ήταν η σειρά του άνδρα να γίνει μάρτυρας στην ιστορία της γυναίκας. Όταν ήρθαν, μου είπαν πως δεν είχε φέρει μαζί του τα ακουστικά του που ήταν για επισκευή (δεν είχα προσέξει ότι ήταν βαρήκοος) και έτσι δεν θα μπορούσε να ακούσει καλά την συγκεκριμένη μέρα. Ήταν μάλιστα θυμωμένος με τη γυναίκα γιατί εκείνη που είχε αναλάβει να τα πάρει πίσω το είχε ξεχάσει.
Ήταν από εκείνες τις στιγμές όπου η πραγματικότητα εμφανίζεται με τον δικό της, ανατρεπτικό τρόπο, όχι για να ακυρώσει τη διαδικασία, αλλά για να τη συμπληρώσει με κάτι ακούσια ειλικρινές. Στην αρχή χαμογέλασα μέσα μου. Όχι ειρωνικά, αλλά με μια αναγνώριση: πως όσο κι αν θέλουμε να σχεδιάσουμε τη «σωστή ροή» μιας διαδικασίας, η πραγματικότητα έχει πάντα τον δικό της ρυθμό. Οι μικρές παραλείψεις λένε κάτι όχι για να εντοπίσουμε ευθύνες, αλλά για να συναντήσουμε τη σχέση σε ένα άλλο επίπεδο. Η φροντίδα δεν είναι μόνο στην τέλεια εφαρμογή μιας τεχνικής, αλλά και στην ικανότητα να δεχτείς το ανθρώπινο, χωρίς κριτική και ερμηνεία. Ήταν μια στιγμή που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μια ερμηνεία ότι «κάτι σαμποτάρουν», ότι μπλοκάρουν ασυνείδητα τη διαδικασία, ότι το μοτίβο επικοινωνίας εμφανίστηκε ολοζώντανο. Ή να γεννήσει απογοήτευση: μα τώρα που πήγαινε καλά; Δεν είμαστε εκεί για να «διορθώσουμε» τους ανθρώπους, ούτε για να επιβεβαιώσουμε ότι η διαδικασία προχωρά, όπως την είχαμε φανταστεί.
Υπάρχουν ψυχοθεραπευτές ή άλλοι επαγγελματίες που μέσω της δουλειάς τους και της ζωής τους σε έχουν εμπνεύσει ως άνθρωπο και ως θεραπεύτρια;
Από την αφηγηματική φυσικά ο Michael White είναι για όλους μια πηγή σκέψης και έμπνευσης. Ο λόγος του είναι συμπυκνωμένος. Από την εκπαίδευσή μου ξεχώρισα την Cheryl White και τον David Denborough, για τον αφαιρετικό τους λόγο, που αφήνει χώρο για έμπνευση και πρωτοβουλία. Οι Jill Freedman και Gene Combs αποτέλεσαν επίσης σημαντική έμπνευση στο χώρο της θεραπείας ζεύγους και της οικογενειακής θεραπείας.
Αν δεν είχες ασχοληθεί με την ψυχική υγεία, τότε πιθανότατα τι θα σε βρίσκαμε να κάνεις επαγγελματικά;
Αλήθεια, ποιος ξέρει. Θα ήταν δύσκολο να μην είχα καταφέρει να ακολουθήσω αυτό στο οποίο έβρισκα νόημα. Στάθηκα τελικά τυχερή. Αν μπορούσα όμως να επιλέξω κάτι άλλο, νομίζω πως παρά τις δυσκολίες του, θα με έκανε χαρούμενη ο δημιουργικός χώρος του κινηματογράφου και της σκηνοθεσίας.
Τέλος, θα ήθελες να μοιραστείς κάποια ιδέα ή κάποιο σκοπό που δίνει ξεχωριστό νόημα στην καθημερινότητά σου;
Η ιδέα ότι μπορούμε να ζούμε «ποιητικά». Με στάση που τιμά την ομορφιά, την ενσυναίσθηση, τη σιωπή και τη λεπτομέρεια. Με ειλικρίνεια, αλληλοϋποστήριξη και αποδοχή. Να βλέπουμε την ομορφιά μέσα στο καθημερινό και να δημιουργούμε κοινότητες που δεν βασίζονται μόνο στην επίδοση, αλλά και στη φροντίδα. Δεν είναι κάτι που καταφέρνω αλλά περισσότερο είναι μια επιθυμία, μια καθαρή προοπτική. Ένας τρόπος αντίστασης στην αποξένωση και μια δυνατότητα για μια πιο αληθινή ζωή.



Σχολιάστε